Φράουλες

Ο μπαμπάς μου έστειλε φράουλες στη μητέρα μου, στο νοσοκομείο.

Μπήκε η άνοιξη.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τέσσερα το πρωί και δύο το απόγευμα

Κάτω πάτε; ρώτησε, αν και ήταν προφανές ότι από τον τελευταίο όροφο δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ναι, με τράβηξες, αλλά δεν πειράζει, είπε εκείνη. Το έκοψα το πρωί, συνέχισε, το έκοψα σήμερα το πρωί, αλλά τώρα θέλω τσιγάρο. Πέρασα και καρκίνο, αλλά το κόβω, το κόβω, να, μόνο τώρα θα πεταχτώ μέχρι το περίπτερο να πάρω ένα πακέτο. Να το κόψετε, δεν κάνει. Α, ο γιατρός είπε, τέσσερα το πρωί και δύο το απόγευμα, Σοφάκι μου, έτσι μου είπε. Εντάξει τότε, ό,τι πει ο γιατρός, αλλά να προσέχετε. Είσαι φυσικοθεραπεύτρια; Μερικά κλάσματα δευτερολέπτου, για να σκεφτεί η άλλη τι μπορεί να προκαλεί μια τέτοια ερώτηση, αλλά τέλος πάντων, όχι, φιλόλογος. Io parlo italiano, συνεχίζει αυτή, γιατί παντρεύτηκα άντρα Ιταλό, αλλά μετά από σαράντα πέντε χρόνια πέθανε και πήρα καλή σύνταξη, Θεός σχωρέσ’ τον, έχω δυο γιους,  ο ένας εδώ και ο άλλος στη Ρώμη, ο Εμανουέλε, ο ένας είναι σαράντα εννιά και ο άλλος πενήντα. Το ασανσέρ έχει φτάσει στο ισόγειο, της κρατά την πόρτα για να βγει. Να, τώρα κι όλας θα πάω να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα από το περίπτερο, κορίτσι μου, τέσσερα το πρωί και δύο το απόγευμα.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η αυτοκρατορία των οσμών

17ο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ήμουν καθισμένη ανάμεσα σε δύο γυναίκες: η μία με ωραίο άρωμα εσπεριδοειδών (α, τα εσπεριδοειδή -λίγο νωρίς για τέτοιο άρωμα, αλλά βιαζόμαστε να φέρουμε την άνοιξη, θέλει δεν θέλει)· η άλλη με μουστοκούλουρα μέσα στην τσάντα της. Θα τις θυμάμαι. Είδα την «Αυτοκρατορία των οσμών», λίγο επειδή ήταν γαλλόφωνο (εν μέρει), λίγο επειδή με βόλευε η ώρα. Και λίγο επειδή τα παρακάτω.

Όσφρηση, αυτοκράτειρα των αισθήσεων. Εδώ επιβιώνει η γεύση στο πιο μεγάλο μέρος της -γλυκόπικρο, γλυκόξινο, γλυκό, γλυκό, γλυκό- και οι αναμνήσεις των φρεσκοπλυμένων σεντονιών, ακόμα και του ανυπόφορου καύσωνα, και της λαδομπογιάς του πλοίου, του λευκού χαρτιού, του βιβλίου που διαβάστηκε, του βιβλίου που δεν διαβάστηκε, του δέρματος που αναγνώστηκε. Άλογη ανάμνηση, αποθήκη μυστικών, αθώα οσμή, άυλο ενθύμιο, το πιο ελαφρύ που κουβαλώ μαζί μου, το μόνο χωρίς ίχνη, αλλά την ίδια στιγμή το πιο βαρύ, γιατί είσαι το μοναδικό (ούτε φωτογραφία, ούτε δώρα, ούτε ξεκάθαρη πληγή), μπορείς απλώς να αρέσεις, ενώ στην πραγματικότητα, στην ανιαρή πραγματικότητα (στην ένοχη, ένοχη, ένοχη πραγματικότητα) θυμίζεις.

Όσφρηση, ιχνευτή της μνήμης, τι ψάχνεις στον αέρα του Βορρά;

Οσμή που θα μας συνοδεύεις ως τον θάνατο.

Θα σ’ έλεγα ύπουλη, αν δεν ήμουν ευγνώμων για το ελαφρύ, αθώο σου φορτίο, απαλλαγμένο από κάθε υποψία λαθρεπιβάτη· σ’ ευχαριστώ, εχέμυθη θεά.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Αυτοί παιδί μου δεν

Αυτοί παιδί μου δεν

δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους

όλο δεν και δεν και δέν-

τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους

δεν χάιδεψαν σκυλί γατί πουλάκι πληγωμένο

γυναίκα άσχημη και στερημένη

αυτοί παιδί μου δεν

δεν δίνουν τ’ Αγγέλου τους νερό

δεν άκουσαν ποτέ

ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο

δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους

το άοσμο άνθος του θανάτου

δεν είδαν –κατάργησαν τα μάτια τους-

μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα

αυτοί παιδί μου δεν

δεν ξέρουν ν’ αγαπούν

ξέρουνε μόνο ν’ απαιτούν

περισσότεραπερισσότεραπερισσότεραπερί-

που έτσι γράφεται το μέλλον μας

(Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα. 1978-2012, σ.249)

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η μνήμη (Τι έμαθα διαβάζοντας το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο)

1. Οι άνθρωποι με μνήμη υποφέρουν.

2. Η συνήθεια κάνει τον βίο βιωτό. Καλύπτει τα πράγματα με το παρηγορητικό πέπλο της οικειότητας. Η συνήθεια! Τα ρυθμίζει όλα επιδέξια, σιγά σιγά όμως -κι αφήνει στην αρχή τη σκέψη μας να υποφέρει για βδομάδες σε μια κατάσταση προσωρινότητας-, αλλά η σκέψη μας μολαταύτα την αποδέχεται με χαρά, γιατί, χωρίς τη συνήθεια και με τα δικά της μόνο μέσα, η σκέψη μας θα ήταν ανίκανη να κάνει για μας κατοικήσιμο ένα σπίτι.

3. Η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά. Η λεπτομέρεια είναι η βάσανος. Ο διάβολος κρύβεται στη λεπτομέρεια (βλ. σημείο αρ. 1).  Ναι, είναι οι μαντλέν βουτηγμένες στο τσάι, ή το καμπαναριό του Κομπραί. ώρες ακίνητος προσπαθώντας να θυμηθώ, νιώθωντας στα κατάβαθά μου εκτάσεις ξανακερδισμένες από τη λήθη ν’ αποστραγγίζονται και να ξαναχτίζονται˙και τότε, αναμφίβολα, με περισσότερη ανησυχία από πρωτύτερα, όταν ζητούσα απ’ τον ξένο να με οδηγήσει, γυρεύω ακόμα το δρόμο μου, στρίβω σ’ ένα στενό… αλλά… αυτό είναι μέσα στην καρδιά μου.

4. Το φιλί της καληνύχτας είναι αδιαπραγμάτευτο. Κι έτσι, αυτό το καληνύχτισμα, που τ’ αγαπούσα τόσο, έφτανα στο σημείο να εύχομαι να καθυστερήσει όσο γινόταν πιο πολύ, για να παραταθεί ο χρόνος της ανάπαυλας όπου δεν είχε ακόμα έρθει…

5. Η τέχνη δεν μιμείται τη ζωή. Η ζωή μιμείται την τέχνη με γελοία αποτελέσματα. Ένας έρωτας του Σουάν. Ένας έρωτας, όχι ο έρωτας.

6. Οι τόποι που γνωρίσαμε δεν ανήκουν μόνο στον κόσμο του χώρου, όπου τους τοποθετούμε για μεγαλύτερη ευκολία […] η ανάμνηση ορισμένης εικόνας δεν είναι παρά ο καημός για ορισμένη στιγμή που πέρασε˙ και τα σπίτια, οι δρόμοι, οι λεωφόροι, όλα είναι φευγαλέα, αλίμονο! σαν τα χρόνια.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Κάθε Σεπτέμβρη

Ο Σεπτέμβρης είναι η αρχή του χρόνου.

Ποτέ η Πρωτοχρονιά δεν μου φάνηκε ιδιαίτερα σημαντική, γιατί ο χρόνος για μένα ξεκινούσε τον Σεπτέμβρη. Ο Σεπτέμβρης είναι:

Το πλοίο που πάει πιο μακριά, η γεύση του καλοκαιριού (ή ενός καλοκαιριού) που την ψάχνεις στο στόμα αλλά δεν είναι, το αλάτι στο δέρμα που έχει φύγει πια (λες να βγήκε ξανά στη θάλασσα;), τα δάχτυλα που προσπαθούν να διαβάσουν την γραφή των τυφλών, μια κουβέντα που απλώς δεν (και ξανά και ξανά δεν). Και η μυρωδιά αυτού του δεν.

Δεν έχουν ιδέα οι άνθρωποι που γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά τον Ιανουάριο. Αλλά τον Σεπτέμβρη δεν έχει γιορτές.

Εκτός αν:

Βρέξει πολύ και γίνει χαλασμός και πέσουν όλα τα φύλλα από τα φυτά που φρόντιζα όσο μπορούσα όλον αυτόν τον καιρό και πέσουν γλάστρες και σπάσουν τζάμια και πλημμυρίσουν οι δρόμοι και η βροχή μπει στο σπίτι και βραχούν όλα τα βιβλία και τα ρούχα και οι κουρτίνες και το πάτωμα γίνει ποτάμι και το ποτάμι κυλήσει από την αποχέτευση ξανά στη θάλασσα και όλα γυρίσουν εκεί που ξεκίνησαν στη θάλασσα.

Τι γιορτή θα είχαμε τότε!

Καλή χρονιά.

 

 

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Κρυφή μούσα

Στην αίθουσα συναυλιών του Palau de la Musica Catalana της Βαρκελώνης υπάρχουν δεκαοχτώ Μούσες. Είναι αρκετές -για όλους˙ και εννέα ακόμα θα έφταναν. Όμως, αν τις μετρήσεις από την πλατεία, από τα θεωρεία ή τους εξώστες, από δεξιά ή από αριστερά, αδιάφορο, ποτέ δεν βγαίνουν δεκαοχτώ. Δεν το σχεδίασε έτσι ο αρχιτέκτονας από ελιτισμό, γιατί δεν είναι και κρυφές, ούτε χρειάζονται σφραγίδες μυστικές και νεύματα, μήπως αναδυθούν από καμιά κρύπτη˙ φτάνει μόνο ν’ ανέβεις στη σκηνή. Είναι για δικαιοσύνη: χρειάζεται το βάρος της τέχνης ή το θάρρος της γνώμης για να δεις τα όμορφα πρόσωπα, που για τους άλλους δεν είναι καν πρόσωπα, είναι τοίχος, αέρας ή ούτε καν. Αλλιώς, μέτρα ξανά και μέτρα και περίμενε να βγουν οι αριθμοί.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το δέντρο του σκαντζόχοιρου

Οδηγώντας στους δρόμους της επαρχίας τα καλοκαιρινά βράδια, μπορεί να πετύχεις διάφορα ζωάκια, με τα μάτια τους να γυαλίζουν κόκκινα στα φώτα του αυτοκινήτου: καμιά αλεπού, ή κανέναν σκαντζόχοιρο. Δεν γίνεται να βλέπεις σκαντζόχοιρους όλο το καλοκαίρι και να μην σου έχω πει αυτή την ιστορία.

Το δέντρο του σκαντζόχοιρου του Αντόνιο Γκράμσι μού το είχαν πάρει δώρο οι γονείς μου σε κάποια Χριστούγεννα ή γενέθλια, από το κλασικό βιβλιοπωλείο που ήταν απέναντι σχεδόν από το σπίτι, ή μπορεί να με είχαν ξαποστείλει εκεί με λίγα λεφτά για να το διαλέξω, ανάμεσα σε άλλα. Από τότε που έπεσε στα χέρια μου μέχρι σήμερα, το διάβασα πολλές φορές και σε διάφορες φάσεις της ζωής μου. Δεν ήξερα αν ευχαριστιόμουν πιο πολύ τις ιστορίες, ανθολογημένες από την παγκόσμια λογοτεχνία (της γενναίας Ρίκι -Τίκι -Τάουι που τα έβαλε με τα δηλητηριώδη φίδια ή του σοφού άντρα που επέλεξε να τον αγαπούν οι ώριμες γυναίκες!), ή τα γράμματα του Γκράμσι στην οικογένειά του από τη φυλακή, τις περιγραφές για τη ζωή στα παιδικά του χρόνια στη Σαρδηνία, με την αυστηρή μητέρα και το σκοτάδι που τα συνόδευε, τα γράμματα που προσπαθούσα να μαντέψω ότι έπαιρνε από τους δικούς του, από όσα έλεγε μέσα στις απαντήσεις που τους έστελνε. Τότε, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, μελαγχολούσα -μάλλον από το γεγονός ότι στα γράμματα υπήρχε μόνο μία φωνή και οι παραλήπτες τους, ο Ντέλιο και ο Τζουλιάνο, τα δυο μικρά παιδιά του Γκράμσι, ήταν μακριά, πολύ μακριά, και ο αποστολέας τους έγραφε -συνήθως- με τόσο κέφι, σαν να μην ήταν φυλακισμένος.  Ίσως και γιατί οι ιστορίες του αγαπημένου και διασκεδαστικού πατέρα Γκράμσι, οι παιδικές αναμνήσεις του, μου θύμιζαν λίγο τις ιστορίες του δικού μου πατέρα και τις αφηγήσεις του από τα παιδικά του χρόνια στην Πολωνία.

Μου ήρθε να γράψω για αυτό το βιβλίο, επειδή το συνθέτει ένα εκπληκτικό μείγμα, που αποτελείται από τη σκληρή κατάσταση που βιώνει ο αφηγητής και την απίστευτη τρυφερότητα με την οποία αφηγείται τις ιστορίες του -όμως χωρίς ίχνος εξιδανίκευσης: λέει το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι

Το δέντρο του σκαντζόχοιρου είναι η μηλιά. Το βράδυ, οι σκαντζόχοιροι έβγαιναν από τις φωλιές τους και πήγαιναν κάτω από τα δέντρα όπου είχαν πέσει οι καρποί. Κυλιόντουσαν με την αγκαθωτή ράχη τους στο έδαφος και κάρφωναν έτσι τα μήλα στην πλάτη τους, για να τα μεταφέρουν και να τα φάνε. Κάθε φορά που βλέπω σκαντζόχοιρους -πολύ σπάνια, βέβαια, το καλοκαίρι, οδηγώντας σε κάποιον επαρχιακό δρόμο- θυμάμαι αυτά τα κόκκινα λαχταριστά μήλα που κάρφωναν πάνω στα αγκάθια τους.

Posted in Uncategorized | Tagged | 3 Σχόλια

Έχει περάσει πολύς καιρός. Εν τω μεταξύ, έφαγα την πιο δύσπεπτη μακαρονάδα της ζωής μου και πήγα στα βουνά.

Την μακαρονάδα, που την έφαγα πρόπερσι το χειμώνα, την έφτιαξε ο αδερφός μου, αλλά δεν έφταιγε στ’ αλήθεια αυτός. Γενικά μαγειρεύει καλά. Αλλά εκείνη τη μέρα τα έκανε σκατά. Στη μαγειρική, γιατί κατά τα άλλα ήταν μια χαρά. Ο σκοπός ήταν μαζί με τη μακαρονάδα να καταπιώ και τα νέα, αλλά ούτε η μακαρονάδα ήταν καλή, ούτε αυτά. Τελικά τα ‘χαψα θέλοντας και μη. Μετά άρχισα να πηγαίνω στα βουνά, το περσινό καλοκαίρι, όχι λόγω της μακαρονάδας, αν και έπαιξε ένα μικρό ρόλο, και ελπίζω να πάω σε πολλά ακόμη.

Πολύς κόσμος πάει στα βουνά. Άλλοι πηγαίνουν για να ανεβούν πιο γρήγορα από όλους, άλλοι για να κάνουν μια βολτίτσα, άλλοι για να αναπνεύσουν καθαρό αέρα, άλλοι για την ωραία θέα και λοιπά. Εμένα μου αρέσει που ανεβαίνοντας λαχανιάζεις τόσο πολύ που δεν γίνεται να μιλάς. Αν η διαδρομή είναι καλή, κουράζεσαι τόσο πολύ που δεν θέλεις καν να σκέφτεσαι. Δεν χρειάζεται να έχεις ή να μην έχεις κέφια, το ίδιο κάνει. Σκέφτεσαι δεν σκέφτεσαι, ένα και το αυτό. Και αν είσαι τυχερός, αυτό συνεχίζεται και την επόμενη μέρα. Δεν έχω άσχημα πράγματα να σκεφτώ, δεν πάω για να ξεφύγω από κάτι. Μου αρέσει η μερέντα, βλέπε παρακάτω, και έχω ακόμα και καινούργιους φίλους. Απλώς βαριέμαι να είμαι όπως όλες τις άλλες μέρες.

Γιατί εν τω μεταξύ έχει περάσει πολύς καιρός. Έχω συνηθίσει. Δουλεύω και τρώω και διαβάζω και κοιμάμαι.Τρώω μερέντα με το κουταλάκι μετά το μεσημεριανό, που θέλω να το τελειώσω γρήγορα για να φάω μερέντα. Αυτό είναι μια στιγμή έξοχης διασκέδασης. Πολύς κόσμος τρώει μερέντα με το κουταλάκι, αλλά δεν το λένε όλοι.

Πού και πού πηγαίνω στο βιβλιοπωλείο, που είναι ωραίο, γιατί σε κάνει να αισθάνεσαι ότι είσαι ενδιαφέρων τύπος ή ενδιαφέρουσα τύπισσα. Εμένα έτσι μου φαίνεται, ειδικά όταν λέω «ξέρω και τα παιδιά» (και μόνο η φράση «τα ξέρω τα παιδιά» είναι λίγο ψαρωτική: πόσα ξέρω, τέλος πάντων). Χαζεύω τα βιβλία και πίνω έναν καφέ και τρώω τα μπισκότα που φτιάχνει η μαμά μου (λέω «φάε ένα κουλουράκι, τα φτιάχνει η μαμά μου» και είναι ακόμα πιο ψαρωτικό, εντός έδρας σου λέει). Παίρνω λίγα βιβλία για διάβασμα και κανένα «για την διατριβή» -αυτά τα τελευταία τα παίρνω από τύψεις.

Αυτά. Η αλήθεια είναι ότι τα έγραψα για να τα διαβάσεις. Το βιβλίο είναι καλύτερο από την ταινία.

Aside | Posted on by | Tagged | Σχολιάστε

Τα Νησιά του Σαχτούρη

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος

καθώς περιμένω μέρες και μέρες 

για να γυρίσεις

έτσι που τριγυρίζεις τα νησιά

νησιά θανάτου καθώς περιμένω

τόσες ημέρες και ώρες θανάτου

για να γυρίσεις

γιατί έρωτας είναι ο θάνατος

απ΄του θανάτου τα νησιά

να ξαναρθείς

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε