Η βραδιά ήταν δροσερή, η θέα μαγευτική, οι τοίχοι άσπροι και οι καρέκλες μπλε, ως είθισται. Δεν έμενε παρά τα ρούχα της να είναι μαύρα, τα μαλλιά μαζεμένα, το σώμα βαρύ. Καθόταν ακριβώς απέναντι από τα παιδιά και τον άντρα της, που έπαιζαν, όπως κάθε βράδυ. Για τους άλλους έπαιζαν δηλαδή, γιατί η ίδια μάλλον θα έλεγε “δούλευαν”. Ο χοντρός κότσος ήταν το μαξιλάρι της στον τοίχο που ακουμπούσε. Που ακούμπησε, καλύτερα, γιατί είχε να μαγειρέψει για πολύ κόσμο ακόμα. Όμως η φασαρία της κουζίνας δεν έφτανε ως έξω και αν δεν ήταν το φως της τόσο δυνατό, κανένας δεν θα καταλάβαινε την ύπαρξή της, οι σερβιτόροι διακριτικοί και αθόρυβοι, έτοιμοι να αρπάξουν στον αέρα και το παραμικρό νόημα του πελάτη. Δεν έπρεπε να ενοχλήσουν τους μουσικούς την ώρα αυτή, να μη σπάσει η καθιερωμένη κατανυκτική ατμόσφαιρα, που κερδήθηκε, θα’ λεγες αγοράστηκε, με σκληρή δουλειά και επιμονή τόσα χρόνια. Κανένας τους και ακόμα λιγότερο εκείνη δεν θα ήθελαν να ξαναγίνουν τα ίδια με τις προάλλες, να ξαναβάλει τις φωνές ο Γιώργος μέσα στην κουζίνα και τόσος κόσμος απ’ έξω να τον ακούει. Ευτυχώς δηλαδή που δεν μπορούσαν να τη δουν, με σκυμμένο το κεφάλι στα πλακάκια της κουζίνας. Αλλά τώρα η Ανατολή είναι πασίγνωστο μαγαζί και δεν νοείται να φύγει κανείς από το νησί χωρίς να την επισκεφτεί.
Δίκαια λοιπόν τώρα γέρνει το κεφάλι της στον τοίχο και ανάβει τσιγάρο, με το βλέμμα πάντα στο απέναντι τραπέζι. Και ακόμα πιο δίκαια έχει ξεχάσει τα χρόνια των σπουδών της στην Νομική της Αθήνας. Ή και τα χρόνια που ερωτευμένοι μόλις είχαν πρωτοέρθει μαζί στο νησί, τότε που γυρνούσαν γυμνοί στις παραλίες, με φίλους και παρέες διάφορες. Εξάλλου όλα πήγαν καλά: το μαγαζί είναι διάσημο και τα παιδιά έχουν ήδη μπει στο δρόμο του πατέρα τους. Σίγουρα τώρα που φυσάει τον καπνό τόσο ανακουφισμένη από το μικρό της διάλειμμα, δεν θυμάται τη συμφωνία τους. Ή μάλλον, τη δική της συμφωνία στην απόφαση που την θέλει στην κουζίνα δια παντός. Αλλά δεν την πειράζει καθόλου. Σίγουρα τώρα η γυναίκα του Ξηντάρη δεν ξέρει καν για ποια συμφωνία πρόκειται, πλέον. Ακουμπάει στον τοίχο και σιγοτραγουδάει μαζί τους και φυσικά ξέρει όλα τους τα τραγούδια.
Δεν απαντάτε στο βασικό μου ερώτημα:
πότε θα γίνω ο βιβλιοπώλης σας δεσποινίς;
(Δεν απαντάω γιατί κοκκίνισα).
Τον Πατώκο πάντως τον χώρισε η γυναίκα του και ας μην τραγουδούσε…
Μπορεί ακριβώς γι’ αυτό!!!
Κι άλλο!Κι άλλο!