Ήθελε να φύγει, πήγε στα καράβια, βρέθηκε σε ένα Λίμπερτυ καναδέζικο, Μάρμαρο το λέγανε. Έκανε βάρδιες, μαζί με τους άλλους, για να μην τους βυθίσουν τα αφεντικά τους για να πάρουν την ασφάλεια. Τα ήξερε αυτός, κλείδωναν τις πόρτες των επιβατών για να μην μπορούν να βγουν. Έξω από την Ιαπωνία τους είχε πιάσει τρομερός αέρας. Κάποιος του είπε να αδειάσει τις λαδομπογιές και με τους τενεκέδες να μαζεύει τα νερά από το κατάστρωμα. Ξέρεις πού πήγε όλη η μπογιά; Ήξερα· πάνω του, αλλά δεν είχε γούστο να το πω εγώ. Ο πολύ ψύχραιμος καπετάνιος, που άναβε ένα τσιγάρο το πρωί και με εκείνο άναβε και όλα τα υπόλοιπα σερί μέχρι το βράδυ, τον είδε έτσι και τον έστειλε να του κάνει καφέ. Αλλά το καράβι κουνούσε, το καυτό νερό έπεσε πάνω του. Είπε ότι δεν θα ξαναφορούσε κοντομάνικο, αλλά για δες, το σημάδι είναι πολύ μικρό πια. Μετά ζήτησε να τον αφήσουν στη Νέα Υόρκη, αναγκάστηκαν να πληρώσουν και προκαταβολικά το εισιτήριο της επιστροφής του. Και τι κάνατε στη Νέα Υόρκη; Ήμουν λαθρομετανάστης! Στην αρχή έπλενε πιάτα. Ήθελαν να τον παντρέψουν με την κόρη του ταβερνιάρη, αλλά αυτός ήταν δεκαεφτά χρονών και μόλις το άκουσε, έφυγε. Μετά πουλούσε διάφορα πράγματα, εγώ θυμάμαι τα παγωτά. Τελικά έμεινε τρία χρόνια, ώσπου τον πιάσανε και γύρισε. Δεν ήταν ωραία η κόρη του ταβερνιάρη; Ο άνθρωπος κάνει λάθη, γελάει.
Blogroll
Ανταλλασσουμε αβροτητες (or not)
Αρχείο
πολύ καλό κείμενο.
προσχέδιο για κάτι μεγαλύτερο ίσως;
κομμάτι σε συλλογή διηγημάτων;
πότε θα γίνω ο βιβλιοπώλης σας δεσποινίς;