ΘΕΜΑΤΑ ΑΣΕΠ

17 11 2009

Τι κάνεις αν ο ανιψιός του προεστού του απέραντα γαλάζιου στρουμφοχωριού μας δεν μπαίνει στην αίθουσα να παρακολουθήσει τη γιορτή αλλά μένει ακριβώς έξω από αυτήν “δια ιδεολογικούς λόγους”;
α. Σέβεσαι την άποψή του και δεν τρέχει κάστανο-αν και αυτή σημαίνει ότι αυτός δεν θα σεβόταν τη δική σου-γιατί στο κάτω-κάτω και από το μάθημα των θρησκευτικών εξαιρείται όστις βούλεται.
β. Συγκαλείς σύλλογο και αναρωτιέστε επί μία ώρα μήπως είναι άδικο να του βάλεις απουσία γιατί υπήρχε “ως φυσική παρουσία” στο σχολείο (αύριο λέω να υπάρξω ως “φυσική παρουσία στο σχολείο” καπνίζοντας στις τουαλέτες και πίνοντας καφέδες στο προαύλιο),
γ. αίτηση για μετάθεση όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Υ.Γ. Τι σχέση μπορεί να έχουν το μάθημα των Θρησκευτικών και η γιορτή του Πολυτεχνείου, ή της 28ης ή της 25ης, για να το δούμε πιο σφαιρικά; Γιατί τα παιδιά μεταναστών παρακολουθούν εθνικές γιορτές; Α, ξέχασα, η σημερινή είναι “σχολική” γιορτή, όχι εθνική. Τα φασιστάκια λοιπόν εξαιρούνται.





Έτσι επιτέλους χωρούσα σε μια κόλλα χαρτί:

5 11 2009

Νομίζω ότι πέρασα το πρώτο στάδιο της αλλαγής, που για μένα σημαίνει βασικά γκρίνια. Η πόλη έχει μια μεγάλη και παλιά και καθώς λένε πλούσια βιβλιοθήκη, αλλά το δανειστικό της τμήμα δεν είναι μεγαλύτερο από τα δύο δωμάτια που νοικιάζω. Πήρα τυχαία την Αρχαία Σκουριά. Εκδόθηκε πριν από είκοσι χρόνια και του φαίνεται. Χρειάζομαι ακόμα μια ανάγνωση.
Είναι το πρώτο πράγμα που κατάφερα να απολαύσω χάρη στο άδειο σπίτι μου. Αυτό με συμφιλιώνει προς το παρόν με τη μοναξιά, με το νησί, με όλα.





Το νησί

4 11 2009

αέρας Κατά την προσγείωση στο νησί, ξημέρωμα στα τέλη Αυγούστου, της έκανε εντύπωση η μονοχρωμία του και το απίστευτο πράσινο χρώμα της θάλασσας. Αργότερα διαπίστωσε ότι είναι τόσο πράσινη ακόμα και στο λιμάνι. Πρόσεξε ότι δεν υπάρχουν πολλά σπίτια με κεραμίδια. Αργότερα έμαθε ότι αυτό συμβαίνει γιατί οι περισσότεροι έχουν δεξαμενές στις ταράτσες. Έτσι, η θέα από ψηλά ήταν απογοητευτική: τα σπίτια κουτάκια, βραχώδη εδάφη, γκρίζο, γκρίζο, γκρίζο -κατάρα στην εξιδανίκευση του ελληνικού νησιού. Το ταξί τη μετέφερε στην κεντρική πλατεία, η ώρα 7 το πρωί σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Στη διαδρομή έψαχνε να δει νεοκλασικά με λουλούδια στα μπαλκόνια κατά μήκος της παραλίας. Είδε καφετέριες και τα συναφή, που της θύμιζαν την πόλη της. Σκέφτηκε ότι ήταν παρήγορο. Αργότερα κατάλαβε ότι δεν ήταν αρκετά. Κάθησε στο καφενείο της πλατείας, που δεν είχε ανοίξει ακόμη, και περίμενε να περάσει η ώρα για να ανοίξει το γραφείο. Αγόρασε την τοπική εφημερίδα και έψαχνε τις αγγελίες. Ο δυνατός αέρας του νησιού (αργότερα έμαθε ότι δεν ήταν και τόσο δυνατός εκείνος ο αέρας) έπαιρνε τα φύλλα της εφημερίδας. Προσπάθησε να φανταστεί την εικόνα που παρουσίαζε στα μάτια των μεσήλικων ταξιτζήδων που περίμεναν να πιουν τον καφέ τους στην πλατεία. Άυπνη, με τη μισογεμάτη ή μισοάδεια βαλίτσα που αργότερα έσερνε σε κάθε πλακόστρωτο στενό σε αναζήτηση στέγης, να μαζεύει πότε την εφημερίδα, πότε τα μαλλιά, πότε τη ζακέτα που της έπαιρνε ο αέρας. Μόλις είχε αρχίσει να ξεπερνά το ποτό της προηγούμενης νύχτας. Σκέφτηκε ότι η αίσθηση του αλκοόλ, που δεν είχε φύγει ακόμη, ήταν ο μοναδικός σύνδεσμος με αυτά που άφησε. Αργότερα έπινε από την προηγούμενη νύχτα κάθε φορά που έπρεπε να επιστρέψει στο νησί.
Κυριολεκτικά ουρανοκατέβατη. Αναρωτιόταν αν αυτό φαινόταν τόσο πολύ όσο το ένιωθε. Αργότερα κατάλαβε ότι είναι ξένη και φαίνεται. Αργότερα, βέβαια, άρχισε να ανησυχεί και για το αν θα τη γαβγίσουν τα σκυλιά της πλατείας, επειδή είναι ξένη. Το είχε δει να συμβαίνει. Δεν τη γάβγισαν. Φαίνεται ότι υπάρχουν και πιο ξένοι απ’ αυτήν. Τώρα, που είναι το αργότερα, αναρωτιέται πόσες αποχρώσεις του ξένου υπάρχουν.